Greco antico modifica

 Sostantivo

πίναξ

  1. tavola, quadro

Terza declinazione maschile in gutturale parossitona

Caso Singolare Duale Plurale
Nominativo ὁ πίναξ τὼ πίνακε οἱ πίνακες
Genitivo τοῦ πίνακος τοῖν πινάκοιν τῶν πινάκων
Dativo τῷ πίνακι τοῖν πινάκοιν τοῖς πίναξι(ν)
Accusativo τὸν πίνακα τὼ πίνακε τοὺς πίνακας
Vocativo ὦ πίναξ ὦ πίνακχε ὦ πίνακες