πράγμα

Capitello modanatura mo 01.svg Greco anticoModifica

 Sostantivo

πράγμα

Terza declinazione neutra in dentale semplice parossitona

Caso Singolare Duale Plurale
Nominativo Τὸ πράγμα Τὼ πράγματε Τὰ πράγματα
Genitivo Τοῦ πράγματος Τοῖν πράγτοιν Τῶν πράγτων
Dativo Τῷ πράγματι Τοῖν πράγτοιν Τοῖς πράγμασι(ν)
Accusativo Τὸ πράγμα Τὼ πράγματε Τὰ πράγματα
Vocativo Ὦ πράγμα Ὦ πράγματε Ὦ πράγματα
  1. fatto

  PronunciaModifica

pràgma

  Termini correlatiModifica