διδάσκαλος

Capitello modanatura mo 01.svg Greco anticoModifica

 Sostantivo

διδάσκαλος

Seconda declinazione maschile proparossitona

Caso Singolare Duale Plurale
Nominativo Ὁ διδάσκαλος Τὼ διδασκάλω Οἱ διδάσκαλοι
Genitivo Τοῦ διδασκάλου Τοῖν διδασκάλοιν Τῶν διδασκάλων
Dativo Τῷ διδασκάλῳ Τοῖν διδασκάλοιν Τοῖς διδασκάλοις
Accusativo Τὸν διδάσκαλον Τὼ διδασκάλω Τοὺς διδασκάλους
Vocativo Ὦ διδάσκαλε Ὦ διδασκάλω Ὦ διδάσκαλοι
  1. precettore, insegnante

  PronunciaModifica

didàskalos

  Termini correlatiModifica

  Parole derivateModifica