στίγμα

Capitello modanatura mo 01.svg Greco anticoModifica

 Sostantivo

στίγμα

Terza declinazione neutra in dentale semplice parossitona

Caso Singolare Duale Plurale
Nominativo Τὸ στίγμα Τὼ στίγματε Τὰ στίγματα
Genitivo Τοῦ στίγματος Τοῖν στίγτοιν Τῶν στίγτων
Dativo Τῷ στίγματι Τοῖν στίγτοιν Τοῖς στίγμασι(ν)
Accusativo Τὸ στίγμα Τὼ στίγματε Τὰ στίγματα
Vocativo Ὦ στίγμα Ὦ στίγματε Ὦ στίγματα
  1. puntura

  PronunciaModifica

stìgma

  Termini correlatiModifica